Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

καλημέρα


ποιός φωτίζει τα βηματα σου
τη σκοτεινή σου ύλη
ποιός ψιθυρίζει τ΄όνομα σου
ποιές πέτρες δεν σε πληγώνουν
Ποιο τραγούδι δεν σε μελαγχολει;

λίγη ασφυξία ακόμη...

 
απέναντι μου μια φωτογραφία σου
χαμογελάει με θόρυβο μες στη νύχτα
κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι
σε ένα άλλο σύμπαν
τριγυρισμένη από γαλαξίες και αστέρια

κι εγώ συνομιλώ με φαντάσματα
ας με νομίζουν άρρωστο
δίχως ελπίδα και γιατρειά
δεν χρειάζεται αποδείξεις
η όραση μου, ούτε η ψυχή μου

ο θόρυβος συνεχίζεται στα αυτιά μου
η νύχτα δαγκώνει
ευτυχώς η φωτογραφία σου χαμογελά
κι ας βρέχει μανιασμένα
ας αρνείται με παιδικό πείσμα
να έρθει η άνοιξη


Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

ΕΓΩ ΚΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ



Αν οι φαύλοι και οι κενοί
θα πάνε στην κόλαση από τις καταχρήσεις,
οι ανήσυχοι και πνευματικοί 
θα πάνε στην κόλαση από τις κατακρίσεις.

Ένα βράδυ, μετά το απόδειπνο,
κάθισε  σ' ένα σκαμνί.

Ένοιωθε καλά και πλήρης
μέσα στη ησυχία της ερημιάς.
Ξαφνικά ακούει διάφορα όργανα,

κλαρίνα και νταούλια.
Παραξενεύτηκε.
«Τι είναι τούτα πάλι», είπε.
 «Το πανηγύρι πέρασε.
Ποιοι παίζουν τώρα όργανα εκεί στον ξενώνα;».
Σηκώθηκε απ' το σκαμνί
και κοίταξε απ' το παράθυρο έξω.
 Ήταν παντού ησυχία.
Κατάλαβε αμέσως  ότι ό διάβολος
ήθελε να ταράξει την γαλήνη του.
Ακούγονταν καθαρά τα όργανα,
δεν ήταν παραίσθηση.
Είχαν όρεξη οί οργανοπαίχτες του διαβόλου.
Αντηχούσαν οι ρεματιές.
Όμως τα αυτιά του έκλεισαν σφραγιστά
και ξανακάθισε στο σκαμνί,
αντί να ρίξει μια γυροβολιά.
Ό διάβολος  όμως δεν απογοητεύεται εύκολα.
Προσπάθησε να συγκεντρωθεί.
Μετά από λίγη ώρα
γέμισε το δωμάτιο με δυνατό φως.
Ξαφνιάστηκε πάλι.
Είδε την οροφή να εξαφανίζεται
και να μπαίνει μια φωτεινή στήλη,
πού ξεκινούσε απ' το ύψος του ουρανού.
Σηκώθηκε απ' το σκαμνί, για να δει καλύτερα.
 « Κι εγώ κι εσύ ανάξιοι είμαστε για θαύματα» είπε.
Αυτό ήταν. Το φως  χάθηκε.
 Ή οροφή ήταν στη θέση της.
Μπορούσε να αποφύγει τον διάβολο;
Όχι, αλλά διατήρησε αμείωτο το θάρρος.
Γιατί είναι μύθος ότι ό διάβολος είναι πολύ δυνατός.
Σαν τον άνθρωπο είναι
δειλός και φοβητσιάρης.



Αδυνατον...


 Ο Μορφέας λέει στο Νήο στο «Μάτριξ 1» :
Μην προσπαθείς να λυγίσεις το κουτάλι.
Αυτό είναι αδύνατο.
Αντί γι’ αυτό, προσπάθησε μόνο
να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει κουτάλι.



ΒΛΕΠΩ


Όταν το σκοτάδι είναι βαθύ,
μπορείς να δεις τ’ αστέρια.

Και αυτός, όπως λένε, έρχεται στην Βηθσαϊδά,
και του φέρνουν τυφλό εμπρός του
και τον παρακαλούν να τον αγγίξει.
Και αυτός παίρνοντας το χέρι του τυφλού,
τον έβγαλε έξω από την κωμόπολη,
και αφού έφτυσε στα μάτια του,
ακουμπώντας τα χέρια του σ' αυτόν,
τον ρωτούσε αν βλέπει κάτι.
Και κοιτάζοντας,
προσπαθώντας να διακρίνει απήντησε:
"βλέπω τους ανθρώπους που περπατούν, σαν δένδρα".
Μετά πάλι έβαλε τα χέρια στα μάτια του
και τον έκανε να ξαναδεί,
και αποκαταστάθηκε η όραση,
και τους είδε καθαρά όλους.
Γιατί άραγε δεν έκανε καλά τον τυφλό άμεσα;
Γιατί τον έκανε καλά σε δύο δόσεις;

Τα μάτια της ψυχής φωτίζονται,
και μεταφέρονται στο βασίλειο του φωτός
σε δύο στάσεις
μία εντός μας
και μία στον απέραντο ορίζοντα
Αναρωτιέμαι πόσους ανθρώπους
κοίταξα στη ζωή μου χωρίς να τους δω ποτέ.
Αναρωτιέμαι πόσοι από εμάς
αντέχουν να αντικρύσουν
την άβυσσο μέσα μας
ή το άπειρο μπροστά μας

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

αντίο γείτονα Θόδωρε


32 ολόκληρα χρόνια,
μια καθημερινή συνάντηση
γωνία Σολωμού και Σουλτάνη
ένα συγκρατημένο χαμόγελο
μια αόριστη καλημέρα
σήμερα ένα αντίο

Πήγαινα στα Κήθυρα,
πάνω σε μια σχεδία
που διέσχιζε μια πυκνή ομίχλη
Ταξίδευα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα
Άκουγα όλη νύχτα μια φωνή;
- Ζεί ο Μίνως;
- Ζεί;
- Ζεί ο Θωμάς, ο Ηλίας, ο Μάνος, ο Μιχάλης;
- Ζούνε;
- Ζούνε – τουλάχιστον – εντός σου;
και η φωνή κάθε φορά που ρώταγε
γινόταν πιό παράξενη
πιο απόκοσμη
πιο ανατριχιαστική

- Ζεί ο Βαγγέλης, ο Παύλος, η Κατερίνα;
- Ζεί ο Αλέξανδρος, ο Χριστόφορος, η Αλεξάνδρα;
κι απαντούσα ανάμεσα σε κάθε όνομα
- όχι
- όχι
- όχι
και για κάθε “όχι”
ένα δάκρι ξέφευγε
και έγιναν τα όχι και οι αναστεναγμοί
τεράστια φουρτούνα
που με έπνιξε και ξύπνησα
και έσφιξα τη ζώνη στο παντελόνι
και σφίχτηκε το στήθος
κι έτσι με δάκρια στα μάτια
ξεκίνησα και σήμερα τη μέρα
ήρθε η συντέλεια του κόσμου σου λέω,
αυτή ζούμε, αυτή βιώνουμε
είναι θέμα ώρων να αναποδογυρίσει
αυτό το καρυδότσουφλο
που σωσίβιο λέμβο το ονομάσαμε
και πια τα ποιήματα
από γαλήνιο καταφύγιο
μνημόσυνα γίναν

πρωϊνή προσευχή


“Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον”
(Ίωάν. 16,33)

Μπήκα στο σαλόνι και βρήκα
Μια τεράστια έρημη παραλία
Και τον αδελφό μου να πετάει πέτρες
Στα αερόστατα που περνούσαν
- ΄Ελα μου λέει μαζί, είναι ωραία εδώ
Που καμμιά λέξη δεν πληγώνει
Τίποτα δεν αλλάζει
Όπου η νεότης είναι παντοτινή
Και τα δάκρυα γίνονται ακριβά διαμάντια…
Έσκυψα, πήρα μερικές πέτρες
Κι άρχισα να πετροβολώ τον ουρανό.
Τσόγλανε Θεέ
Που χωρίζεις τέτοιες αγάπες
Να μην υπάρχει μια κόλαση
Και για σένα;

τέλος δεν βρίσκουν οι κακές σκέψεις


«Δυνατοί δυνατώς
έτασθήσονται»
(Σοφ. Σολ. 6:6)

Αισχροί Λογισμοί
ημέρα 88η

Σε τούτον τον πόλεμo
όσο κι αν δοκιμάζομαι
σε επίπονη άσκηση
Προστάτη έχω σε κάθε κακό σου λογισμό
Κι ας σχηματίζεις στη διάνοια σου
Ωραίες εικόνες
Κι ας καταστρέφει ο νούς σου,
Με τη δύναμη του λογικού,
(νοερά) κάθε μου γαλήνη.
ας μου βγάζει τα μάτια,
ας μου ξεσκίζει τις σάρκες από τα μάγουλα,
ας μου κόβει τα χείλια,
και ας βλέπει στο ένα αποκρουστικό
σύμπλεγμα από γυμνά κόκαλα.
Κι όταν όλη η κακία σου εξατμιστεί
Σαν σταγόνα νερού στην απέραντη έρημο
Ας σκεφτείς τότε τι ήταν εκείνο πού ποθούσες.
Ας αντικρίσει ακόμα ο νους σου
Τα απέραντα λιβάδια μίσους που καλιέργησες
Και τότε το σώμα σου
Κι όλων του αγαπημένων (προσώπων)
Να καταδειχτούν γεμάτα από κακοφορμισμένες
Και δύσοσμες πληγές,
Και να διαλύονται όπως τα σώματα των νεκρών.
Εκείνο που ονειρεύτηκες να μου συμβεί
ας σε βρεί απροετοίμαστο κι έκπληκτο
δίχως περιθώριο μετάνοιας.
Ας δεις, τέλος, με τα μάτια της ψυχής σου
Και τον ίδιο σου τον εαυτό νεκρό
Κι όλο σου το μίσος να σβύσει
Σαν νεαρή φλόγα σε μανιασμένο αέρα.
Κι αν νόμισες πως με έβλαψες
Τη γενιά σου να έβλαψες και όσους
Ατύχησαν να αγαπάς.

κι άλλοι αισχροί λογισμοί


Ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον
Γιατί στην ήττα των ματιών σου
βρίσκεται ή αρχή της αμαρτίας,
όπου θα κατρακυλήσει σιγά-σιγά ο νους,
αν δεν συνέλθει γρήγορα
η καρδιά μου ξεριζώνεται,
κι ας έχω το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω
και την ψυχή προς τα πάνω.
… αυτός, λένε, πού συγκρατεί την κοιλιά του,
μπορεί να συγκρατήσει και το βλέμμα του
μέγα λάθος
ούτε αποφεύγοντας τα αισχρά λόγια,
αποφύγεις και τους ακάθαρτους λογισμούς
Φύγε λοιπόν από κοντά μου,
εργάτη της ανομίας και πολέμιε της ψυχής μου!

Ο άγγελος μου έδωσε τη δύναμη και τη δόξα
να σε επιτιμήσω και ν’ αχρηστέψω
τα τεχνάσματα και τις παγίδες σου,
γιατί παραμονεύεις σαν το λιοντάρι,
θέλοντας να καταβροχθίσεις
την ύπαρξη μου όλη
Η γλυκύτητα σου είναι πίκρα
και το ίσιωμα σου είναι βάραθρο
πού οδηγεί στην απώλεια
και τα δώρα σου είναι γεμάτα φθορά και θάνατο
τα αποστρέφομαι και σου γυρίζω την πλάτη
σε σβύνω από τον κόσμο μου
και σε καταριέμαι με αιώνια λήθη.

Ανθηρή ομορφιά της ζωής αυτής
και το ζωηρό χρώμα του προσώπου
και η υπόλοιπη ωραιότητα.
Μ’ αύτη τη σκέψη θα σβηστεί
ή φλόγωση της ύπαρξης σου
σαν να μην υπήρξες ποτέ

και είναι μέρα 89η

ασχροί λογισμοί


Εχθρέ του γένους μου
πολέμιε της σωτηρίας μου,
με ρωτάς ως πότε θα υπομένω τον κόπο,
τον εξευτελισμό, την δοκιμασία;
Σου αποκρίνομαι:
Ώσπου να δει ο Ήλιος την ταπείνωση μου
και την μεταμέλειά μου,
και να συγχωρήσει όλες τις αμαρτίες μου
ώσπου να μ’ ελευθερώσει, όπως τη χήρα
από σένα, τον αντίδικο μου.
Δεν ξέρεις, εξάλλου, διάβολε,
πώς αν ένα θηρίο συνηθίσει να τρώει σάρκες,
γίνεται όλο και πιο αιμοβόρο;
Πώς λοιπόν μου βάζεις τη σκέψη,
ότι αν μια φορά ικανοποιήσω την επιθυμία μου,
δεν θα ξαναπολεμηθώ;
Και ποιος με βεβαιώνει, ότι αν σε αφήσω
ανενόχλητο να μολύνεις το αίμα μου
θα βρω καιρό για να μετανοήσω,
και δεν θα ριχθώ στην κόλαση
μαζί με «τους εργαζομένους την ανομία»
Γιατί ή ζωή μας πάνω στη γη είναι σκιά
και εσύ στη σκιά της ζωή μου
θα ζείς για πάντα
στην αφάνεια, στην περιφρόνηση
και την αδιαφορία μου

όποιος με βλάπτει ας λαλήσει ό άγγελός μου
και σωτήριους λογισμούς ας μου χαρίσει
κι όποιος με αδικεί να βλάπτεται ό ίδιος
και να βλάπτει τους αγαπημένους του
και να αποξενωθεί άπ’ αυτούς,
και ανάπαυση να μη βρίσκει
κι όποιος πατήσει νύχτα στον οίκο μου
για πάντα να σέρνεται
και τα μάτια του, να τα έχει κατεβασμένα στη γη
και ήλιο ποτέ να μην αντικρύσει

χιονισμένα χρόνια



Χιονισμένο το χώμα που βαδίσαμε
δίχως σκια πουθενά να σταθείς
Να μυρίσεις τις μυρωδιές
μιάς περασμένης άνοιξης
Σκιά να περιμένεις το καλοκαίρι
Με ένα ποτήρι κρύο νερό και βουτηγμένο
Ένα κουταλάκι μυρωδάτη μαστίχα
Σκιά για να ακούσεις τους χτύπους
Από το κεχριμπαρένιο κομπολόι του παππού σου
και να μυρίσεις μυρωδιές
από γλυκά να ξεφεύγουν
Από τα παραθύρια της γειτονιάς

Που να σταθείς και να που να πιαστείς
μες στο πυκνό χιόνι
Σε ένα κόσμο που χάθηκαν τα γέλια
Απο εκδρομές και νεανικά πάρτι
Σε υπόγεια στη Ανάκασα και στα Μυκονιάτικα
Με γεύση από μαρτίνι με μια τεράστια πράσινη ελιά
Και μέσα από το ποτήρι
θολά να σε φαντάζομαι

Προς τα που να πάς και που να περπατήσεις
σε αυτή τη βαρυχειμωνιά
Σε ένα τόπο που χάθηκαν ανεξήγητα
τόσα και τόσα πράγματα
το σπιτάκι
η Χαρά
ο Λαβέρας
το Άλσος της Φιλαδέλφειας
το Ρίμινι
το Νεκροταφείο
Κρυπτογραφημένες λέξεις
που ακόμα φυλάνε επτασφράγιστα
νεανικά μυστικά και στοιχηματα

Όλη η πατρίδα, όλη η ζωή
λίγες στιγμές και λίγες λέξεις
Και οι δρόμοι που έτρεξα να σε συναντήσω
Η πατρίδα μου τελικά είσαι εσύ
σκιά που κουβαλάω πάντα μέσα μου
σκια που δεν με αφήνει να σταθώ πουθενά
Και μέσα της χάνομαι.
Γι αυτό χάνομαι
Γι αυτό μαζί μου χάνεται η πατρίδα μου
Κι ο κόσμος όλος.

η ευχή των φιδιών


Και είδα ακόμα
Στα όνειρά μου
Λίγα φίδια
Να με τριγυρίζουν
Να με τυλίγουν
Να με παγιδεύουν
Να με σφίγγουν
Και να φορούν
ένα κίτρινο λουλούδι στο πέτο τους.
Θα ήταν άσχημο σκέφτηκα,
να μην είχαν ούτε κι αυτό.
Θα φαινόταν ότι το δηλητήριό τους
στάζει στα χείλη τους
και μας το προσφέρουν
να το πιούμε.
Κι εμείς νομίζουμε ότι αυτό
Είναι τάχα καλοσύνη.
Τώρα δαγκώνουν φανερά
τα γυμνά κορμιά μας.

κι ο ήλιος
πέφτει πάνω στα στιλπνά
στιλβωμένα δόντια τους
και κάνει το δηλητήριο πιο καυτό.
Κι ανήμποροι να αντιδράσουμε
Μας φαίνεται σαν δροσερό νερό
Και το ρουφάμε διψασμένοι
Και έτσι έγιναν
Και οι μέρες και οι νύχτες μας
Ολόκληρα χρόνια
Είτε αρχίζουν
Από 1900
Είτε από 2000
Να στάζουν δηλητήριο
Και να έχουν πικρή γεύση

αλλαγή χρόνου


Ένα βράδι όπου όλοι περίμεναν
Να γίνει η ώρα 12
Μ’ ένα επιφώνημα
πρόδωσα τη σιωπή
που τύλιγα όλη μου τη περιουσία.
Σε μια παρένθεση έκλεισα
Όλα μου τα πάθη
Τούς έρωτες
τη προσωρινότητα που είμαι.

Με αποσιωπητικά ζωγράφισα τα όνειρα
που σε έβαλα να παίξεις.
Έφυγα μ’ ένα ερωτηματικό,
κι όταν κανείς δεν μπορούσε
να με δει
πέταξα την τελεία μακριά
και με το κόμμα μετέθεσα

κι αυτό το βράδι δεν είπα
ούτε στον πατέρα μου
ούτε στην μητέρα μου
ούτε σε εσένα πόσο σας αγαπώ
μια ακόμα αλήθεια
στα αζήτητα
μάταια θα περιμένει
εις τους αιώνες των αιώνων

ευχές πολλές


Το όραμα της φλόγας πυρακτώνει τις σάρκες που ζητούν
Μες την μαγεία της να υφαίνει
Ότι ποτέ δεν θα φανεί.
Όλοι ζητάνε λίγη τύχη, ένα έρωτα, πολλά χρήματα
Κοινότυπες ευχές και χρόνια πολλά
Και πολύ ευτυχία να σκορπίζει στον αέρα
Μαζί με τη άσπρη σκόνη των γλυκών.

Άλλη μια φορά θα σμίξουν τα σώματα
Άλλη μια φορά θα σβήσουν τα φώτα
Άλλη μια φορά θα φιληθούν μεταξύ τους
Άλλη μια φορά θ’ αποσυντεθούν μες’ στον ανελέητο χρόνο
Αυτού που παραμένει αδάμαστος
Σκληρός με τα ζωντανά όντα της φύσης
Δολοφόνος της ομορφιάς, κάθε είδους
ευχές ερμαφρόδιτες
Αρσενικές μες’ στο περίγραμμα του θηλυκού
Θηλυκές συγχωνευμένες στο γέμισμα του αρσενικού
Ευχές πολλές
λειψές, διάτρητες

Μια ευχή όλο κι όλο
Μια ευχή σαν ένα μεγάλο τίποτα
ή ίσως και κάτι πιο λίγο
Ελάχιστο
Πάνω απ’ τα σώματα ενός νεκρών χρόνου

κληρονομιά


Αυτή τη Πρωτοχρονιά
Μπροστά στο τζάκι ο πατέρας μου κι εγώ
Μεθύσαμε απελπισμένα,
Τραγουδώντας ποιήματα του παππού μου
Αυτή τη Πρωτοχρονιά πρόσεξα
Ότι μοιάζουμε πολύ με τον πατέρα μου
Ο τρόπος που κινούμε τα χέρια μας
είναι ο ίδιος.
Την τροφή μας τη μασάμε για πολλή ώρα
και μετά τη φτύνουμε
γιατί φοβόμαστε και οι δύο
πως δεν θα χωνέψουμε εύκολα.
Η μητέρα μου καμιά φορά γελάει και μας πειράζει.
Κολλάει φυλλαράκια από παλιές ημερομηνίες
πάνω στα χέρια και στα πόδια μας
και διαβάζει τα ποιηματάκια από πίσω
Λέει με τη δυνατή φωνή της
τραγούδια ακατανόητα
γεμάτα αθωότητα που ανατριχιάζει.
Κάθε βράδυ προσεύχεται για μας
μπροστά σε θλιμμένα εικονίσματα
και εμείς γελάμε και τη πειράζουμε
Η επιδερμίδα της μοσχομυρίζει.
Εμείς πάντως
Ο πατέρας μου κι εγώ
στις χαμηλές μας πτήσεις
βρωμάμε θάνατο
φοβερό πράγμα η κληρονομικότητα

πως περνώ τις γιορτές


Αυτη η φοβερή μητέρα μου
πάλι μου έβαλε τις φωνές:

- Πώς ήρθες έτσι σε γιορτή!
πού είναι κείνα τα καλά
τα γιορτινά σου ρούχα
που αγόρασες για τέτοιες περιπτώσεις
θυμωμένη στέκομαι και σε μαλώνω

- Πώς ήρθες έτσι σε γιορτή!
Με μώλωπες στο σώμα
να τους αλείψω να μη φέγγουν έτσι
πλύνε τα χέρια σου γρήγορα
οι πινελιές του αίματος δε βγαίνουν με ευκολία
πήγαινε στο λουτρό
τρέχα, ξεκίνα
θα στέκομαι λέγοντας
αλληλούια, αλληλούια
το φόβο να μερέψω απ’ την πολυκοσμία
μια φέτα αλληλούια θα αλείψω
κι όταν τελειώσεις με την πλύση
θά ΄ρθουν
θα δέσουν τις πληγέςΑυτή η φοβερή μητέρα μου
Πάλι μου έβαλε τις φωνές :

- Μην πας έτσι σε γιορτή
βάλε της μάσκας το γερό σκαρί
που αντέχει στα πολλά μποφόρ
της γλώσσας, της κακίας και της ζήλειας
αυτού του κόσμου.

Αχ αυτή η φοβερή μητέρα μου
Για όλα φροντίζει
Όλα τα προλαβαίνει
Όλα τα σώζει
Ακόμα και τη ταραγμένη μελαγχολία μου

οι σιωπηλοί καθρέφτες


Όλο το βράδι της πρωτοχρονιάς
Παίξαμε ένα αλλόκοτο παιγνίδι
Πετάγαμε τους καθρέφτες
στο κρεβάτι
και δε έσπαζαν.

Πέφταμε από πάνω τους
Το κορμί μας μαζί
Να πιέζει
σπρώχνει βαθιά
τις πλανώμενες μορφές μας.
Και επιμέναμε
Ξανά και ξανά.
Λες και θα μπορούσαμε
να γεννηθούμε πάλι
χωρίς είδωλο,
χωρίς ίχνος
χωρίς τη πραμικρή απόδειξη
αόρατοι
σαν να μη υπήρξαμε ποτέ
ούτε πρίν
ούτε τώρα
ούτε στο μέλλον.

αερόστατο στο βάθος


Στο τέλος το πήρα απόφαση
Εάν το ν’ ανήκω κατάφωτα κάπου
σημαίνει:
τόσα λόγια κι έργα
γενιών και γενιών
λόγια του αέρα
τότε
γύρω από τα χείλη
ας βάψω με χρώμα
τη μορφή σου
-νύχτα, βαθιά θα μεγαλώνει
Καθώς θα τραγουδώ
αχ, να σε κρατούσα
λέω
απαλά
εκεί, όπου γιγαντιαία τα πέπλα των Ερώτων
μετακινούνται προς το κύμα
μιας γαλήνιας θαλασσας
ενώ η φρικιώδη Τύρφη
ανεμπόδιστη θα γυρίζει σε κίτρινο
και θα πέφτει σε γκρεμούς
κατα διάλου

αερόστατο
πάντοτε
θα σ’ αγαπώ
μυστικά
αργά
στην κουπαστή
μέσα, που λύνω τα πόδια μου

αχ
ωκεανού
επτά φορές σφραγισμένο το βάθος!

Κι έτσι αυτή τη πρωτοχρονιά
Είπα στον ευατό μου
Και σε όλο τον κόσμο την αλήθεια
Κι ας μη με πίστεψε κανείς
Πως η χρονιά που ξεκίνησε
Δεν είναι το 2012
Αλλά το άπειρο έτος 2.012.000.000
Λίγο πριν οι παγετώνες σκεπάσουν
Όσα ξέρουμε
Αλλά κι όσα μαντεύουμε

αιώνιο θαύμα



Να γυρίζεις — αυτὸ είναι τὸ θαύμα -—
να συνεχίζεις να περπατάς στους δρόμους που μεγάλωσες
Που έπαιζες, που πρωτοερωτευτηκες
Έστω με κουρελιασμένα μάτια
έστω με φλεγόμενους κροτάφους απ᾿ την πτώση
να γυρίζεις και να νιώθεις πως βρίσκεσαι
στὴν καλή πλευρά, εκεί που ανήκες πάντα…

Κι ας αισθάνεσαι Πεσμένος και νικημένος
κι ας νιώθεις τὴν κόλαση
στο στήθος σὰν συστατικὸ του αέρα
κι ας νιώθεις τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι όμως ακόμα μπορείς να ονειρευτείς
στὴ χειμωνιάτικη γωνία τον καστανά
Τότε που πήγαινες γυμνάσιο
Τότε που αγόραζες χύμα τσιγάρα σέρτικα άφιλτρα

Κόψε ένα τραγούδι
Κόψε ένα λουλούδι
Κόψε ένα τσιγάρο
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις εκεί που ξεκίνησες
Εκεί που αγάπησες
Εκεί που σε αγάπησαν
αυτὸ είναι τὸ θαύμα.

ιχνογραφία


αν αυτό είναι ένα ίχνος…
μια ζωγραφιά ενός παιδιού
που ξαπόστασε σε αυτό τον τοίχο
μη την μουτζουρώσεις
άσε τον χρόνο να τη αγκαλιάσει
και να τη ξεθωριάσει
δες την απουσία κατάματα
κι αυτή θα σου χαμογελάσει
στο κάτω κάτω της γραφής
εσύ διάλεξες να σταθείς
σε αυτό τον καθρέφτη μπροστά
μια τελευταία λέξη
η τελευταία λέξη
“Ροδανθός”
και θα είναι για σένα
γιατί η ζωή μου
ήταν σινεμά
συνοικιακό
θερινό
β προβολής
με φτηνό εισητήριο
“Ροδανθός”, λοιπόν

το δένδρο χωρίς ζωή


σκόρπισα τις λέξεις,
τις σκέψεις, τις επιθυμίες
τσαλαπάτησα όσα αισθάνθηκα
όλα στο κενό, όλα στον άνεμο
κι αν αυτό ήταν ζωή
χάρισμα και χαράμι
ε, δεν περνάνε όλοι ήσυχα το ποτάμι
μερικοί πνίγονται κιόλας
χωρίς άλλα λόγια, χωρίς νερό,
όλα να τα καταπίνει η σιωπή
δεν θα βρεθούν άλλα ποιήματα
πεταμένα στα σκουπίδια
δεν θα ξαναφανερωθούν
πρίγκηπες σε αυτά τα μέρη
δεν θα ξαναπετάξουν πεταλούδες
μέσα στου μυαλού μου τους τοίχους
με ορθάνοικτα μάτια με βρίσκει
ο ατέλειωτος ύπνος σαν χάδι
σαν πηγή που θα τρέχει για πάντα
μόνο αναμνήσεις
μόνο το τότε
ποτέ το αύριο…

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

σαν αίνιγμα και μαύρη συμφορά



ακόμα μπορώ να μυρίζω
ανοιξιάτικα αρώματα να γεμίζουν τον ουρανό
σαν τότε που σαν παιδί τριγυρνούσα
σ' άγνωστες γειτονιές με μια πρωτόγνωρη χαρά
σαν ταξιδιώτης που προσπερνά σύνορα απαγορευμένα
ακόμα μπορώ να ακούσω
γρατσουνισμένους μικρούς δίσκους από βινύλιο
με λαϊκά τραγούδια που αγκομαχούν από έρωτα
ανακατεμένα με τσίπουρο
τον πατέρα μου να χορεύει ζεμπέκικο
ακόμα μπορώ να νιώσω τη πόλη μου να φλέγεται
να αρπάζει φωτιά από ένα απαγορευμένο φιλί
τους φίλους μου να παίρνουν τους δρόμους
γυμνοί μ' ένα λευκό μπλουζάκι
μέσα στον πυρετό την νύχτας
όμορφοι σαν ποιητές της ζωής
να μιλούν με σιωπές και με θόρυβο να σιωπούν
σαν να απαγγέλλουν ποιήματα σε όμορφα κορίτσια

και η φαντασία μου να ανατρέχει σε όλους εκείνους
που συνάντησα μοιραίους με καθαρή ματιά
εκείνους που λαχτάρισαν ταξίδια και όμορφες ζωγραφιές
εκείνους που τους πήραν τα μυαλά οι αγέρηδες
και ατέλειωτες ιστορίες γεμάτες δάκρυα και στεναγμούς
εκείνους που ορκίστηκαν ποτέ να μη με αφήσουν
να βολοδέρνω με αναμνήσεις
λαχτάρισα ταξίδια στους ουρανούς
επιβάτης πάνω σε λευκά σύνορα
λαχτάρισα τον Θωμά, τον Μιχάλη, τον Γιώργο
τον Βαγγέλη, τον Σταμάτη, τον Παύλο
λαχτάρισα όλους όσους
κυλίστηκαν σε ματωμένα σεντόνια γεμάτα δάκρυα
κι άφησαν πίσω τους ένα ευγενικό σημείωμα
απαλό σαν τραγούδι αποχαιρετισμού

μπορώ ακόμα να ακούσω το παρελθόν
αλλά τα τραγούδια κατάντησαν θρήνοι
μπορώ ακόμα να μυρίσω το σπάνιο άρωμα σου
αλλά θόλωσε με τον καιρό  η εικόνα σου
μπορώ ακόμα να τριγυρίσω σαν πληγωμένο ζώο
αλλά οι δρόμοι έγιναν σκουπιδότοποι, γεμάτοι αγκάθια
κι έτσι αφήνω το σκοτάδι να με τραβάει
βαθιά μέσα του
ψάχνοντας να θυμηθώ
το τελευταίο σου φιλί

τότε που νόμισα ότι φύτρωσαν
φτερά στους ώμους μου


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Δεν έχει έκταση, δεν έχει όρια


πόσες παραλίες;
πόσα πάρκα;
πόσα γυμνά τοπία;
όλα χαμένα μέσα σε όνειρα
και παραίσθησεις πανσέληνου
όνειρα έτοιμα να διαλυθούν
στο πρώτο θρόισμα της ανοιξιάτικης αύρας
«Οι φίλοι μου, έγιναν μαχαίρια κοφτερά
και η ζωή μου έχει γίνει άνεμος
από τα χρόνια που φόρεσα παντελόνια»

«άνδρες που γελάνε με αναφιλητά
γυναίκες που χαμογελάνε
στη θέα των δακρύων»…

γυναίκες που πολεμούν
άνδρες που συνθηκολογούν
βέβαιοι πως δεν υπάρχει
κανένα χαμόγελο σε εφεδρεία

η γιαγιά μου στα ιαματικά λουτρά
στην μαυρόασπρη Αιδηψό
- να ένα χαμόγελο, ένα αβίαστο χαμόγελο

ο αδελφός μου να ετοιμάζεται
για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή
- άλλο ένα πλατύ χαμόγελο

ο πατέρας να κλείνει όλους του
τους ανοιχτούς λογαριασμούς
- πόσα χαμόγελα; Πόσα δάκρυα;

άφησα όλες τις αναμνήσεις μου
άταφες να περιφέρονται
και να με πνίγουν σαν Λερναία Ύδρα
κάθε μια που ξεριζώνεται
δύο να ξεπετάγονται στη θέση τους
κατεβαίνω τη στενή σκάλα
έρημος άνθρωπος

έμεινα μόνος
για να σε σκέφτομαι
στο σκοτεινό υπόγειο παρέα
με τη μυρωδιά της μούχλας
τη μυρωδιά της στέρησης
τη μυρωδιά του χαμού
ένα πιάτο φακές
ένα πιάτο όνειρα
ένα πιάτο δυνατότητες
ένα πιάτο σπασμένο
άδειο
σπασμένο
άδειο
πεταμένο

κατεβαίνω τη στενή σκάλα
εκεί που έπεσα και χτύπησα
εκεί που απέκτησα μόνιμη παρέα
αφόρητους πόνους
κατεβαίνω να σε σκεπάσω
να μείνω στο σκοτάδι
και να σε σκέφτομαι.

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

ότι κι αν απέμεινε



Η ώρα μου φώναξα... Η σιωπή
μου απάντησε: - Μη φοβάσαι.
ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΑΤΣΑΔΟ

 Μόνο η μνήμη μας απέμεινε πια
και μερικές ιστορίες με φαντάσματα
που γνωρίσαμε παιδιά
τα κρύα βράδια της αθωότητας
οι αθλιότητες
οι αθλιότητες είναι η διασκέδαση μας
οι αθλιότητες μας είναι η απόλαυση
Μόνο μια γάτα απέμεινε
να κοιτά το όρθιο πτώμα
ενός άδοξου παρελθόντος
Θεοί με λανθασμένες κρίσεις
Χάσκουν και μας κοιτούν
ακούω ιστορίες για όσους μου μοιάζουν
εκλιπαρώ να θυμηθώ πώς βρέθηκα εδώ

Δεν απέμεινε τίποτε άλλο
Παρά μόνο τα οστά θυσιασμένων προσώπων
χάρτινο σύννεφο στον υπερούσιο ουρανό
μιας μακρινής ευδαιμονίας που χαμογελάει
- Μη με κοιτάζεις στα μάτια,
εκτός αν έφτασε η ώρα
να γίνω μια μακρινή ανάμνηση
ότι μας απέμεινε, να κουνάμε το μαντήλι
από την απέναντι όχθη
όπως στη ταινία του κύριου Τάκη Κανελλόπουλου
με τον ονειρικό τίτλο «Μακεδονικός Γάμος»
εσύ να μου φωνάζεις
από απέναντι και η φωνή σου
να φτάνει σαν καθυστερημένο τραίνο

Δεν απέμεινε τίποτε άλλο
Γλυκώτερον πράµα δεν είναι άλλο
Από το φτερούγισμα στο στήθος
Όταν παιδιά νομίζαμε ότι ήδη
Ήμασταν μεγάλοι και βιαζόμασταν
Να πιάσουμε το μέλλον από τα κέρατα
Θεέ μου, θα μπορούσες να γράψεις
μερικές ακόμα ιστορίες;
Θεέ μου, θα μπορούσες να μας δώσεις
Λίγη χαρά και λίγη ελπίδα ακόμα;
Πόση σάρκα απέμεινε να ξεριζώσεις
Με τα ίδια σου τα χέρια
Πόση προδοσία, πόση ανανδρία
Πόσους χιλιάδες μισθοφόρους ποιητές
Να αντέξεις που κάνουν με τη δυστυχία τους
κι' εμάς δυστυχισμένους.
Όλοι υπήρξαμε θύματα

Δεν απέμεινε τίποτε άλλο
Παρά μια δυνατή φωτιά για τη νύχτα
Η μόνη αμαρτία στο δρόμο
προς  τον θάνατο  η αμετανοησία,
Ό,τι κράτησα δικό σου,
το αφήνω τώρα ελεύθερο
υλικό για μυθιστορήματα,
τραγούδια και ποιήματα
Ουδέν έχω να προσθέσω
Δεν απέμεινε τίποτε άλλο

κι εγώ ζωντανός ακόμα
.....
....

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Seeds on Hard Ground, ένα ατελείωτο ποίημα



ένα ποίημα του Tom Waits που κυκλοφόρησε με το ομότιτλο βιβλίο με τους στίχους των τραγουδιών του (το μοναδικό που έχει επιμεληθεί ο ίδιος) σε περιορισμένα 1000 (και ως δεύτερη και τελευταία έκδοση 1000+1000 για την Αμερική και την Ευρώπη αντίστοιχα) αντίτυπα. Το βιβλίο κυκλοφόρησε μέσω της εταιρίας που συνεργάζεται ο  Tom Waits (Anti records) στις 28 Φεβρουαρίου 2010 (για την πρώτη έκδοση) και τα έσοδα των πωλήσεων και των δύο εκδόσεων που αφορούν και τον μουσικό αλλά και την εταιρία του, αποφασίστηκε από κοινού, να  αφιερωθούν στις Redwood Empire Food Bank, Sonoma Countys Homeless Referral Services και στο Family Support Center που λειτουργεί υπό την αιγίδα των Catholic Charities,όλες οργανώσεις υπέρ των αστέγων.
Η μετάφραση αυτή έγινε απ’ ευθείας από το πρωτότυπο, από τον Bill Hunchback και διαβάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο clipartradio.gr και την εκπομπή «το υπέροχο εμβρυακό ταξίδι» στις 17/1/2011 22.00 ώρα Ελλάδας τα σχόλια στις υποσημειώσεις είναι του μεταφραστή

Είμαι ένας σπόρος πάνω,
στο σκληρό χώμα,
το σκληρό χώμα,
το σκληρό χώμα…
Είμαι ένας σπόρος που έπεσε
στο χώμα
Είμαι ένας σπόρος που έπεσε
στο χώμα
Είμαι ένα φύλλο που έπεσε
από την βελανιδιά
Μια βελανιδιά
από μια γριά βελανιδιά
Είμαι ένα φύλλο που έπεσε
από μια βελανιδιά
Ένα φύλλο που έπεσε
από ένα δέντρο
Είμαι μια πέτρα που κυλά
σ’ άγριο δρόμο
σ’ άγριο δρόμο
σ’ άγριο δρόμο
Είμαι μια πέτρα που κυλά
σ’ άγριο δρόμο
Είμαι μια πέτρα που κυλά
σ’ άγριο δρόμο

Μπορώ να σηκωθώ απ το πάτωμα;
σαν παλαιστής του Κατς που χτυπήθηκε;
χτυπήθηκε .
Μπορώ να σηκωθώ και να επιστρέψω βρυχώντας ;
μάλλον μερικοί από μας έχουν την γριά της τράπουλας (1)
στο τέλος


Τα έκανα όλα ανάποδα ;
Τα έκανα όλα λάθος ;
μπορώ να τραβηχτώ για να σωθώ απ’ τις θηλιές της μπότας (2) αυτού του τραγουδιού ;
Ήμουν καταραμένος και τελείωσε ;
Τελικά πόσο ακόμη ;
πόσο ;
Τίποτε δεν είναι δίκαιο σ αυτό τον κόσμο
Τίποτε δεν είναι δίκαιο

Όταν γεννήθηκα
οι δικοί μου δάκρυσαν στην ομορφιά μου,
ήμουν το πακέτο με όλη την,
καλή τους τύχη που ήλθε
ήμουν έξυπνος και λαμπερός
ελκυστικός και φωτεινός
Είμαι κάτι που απλά «φαγώθηκε» από τους Θεούς ;
Είμαι ίσως μόνο η τσάντα με την οποία αυτό ήλθε ;
Οι γονείς μου,
ήταν καλοί άνθρωποι
η Σιρλευ και ο Ρευμοντ
προσεύχονταν για ένα παιδί
ακριβώς σαν εμένα

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν υπάρχει
μια άλλη ζωή μέσα σ’ αυτήν
που θα ‘πρεπε να ‘χα ζήσει
Πρέπει να φύγω τώρα
βλέπετε το τρένο κυλάει
έξω απ’ τ’ αμαξοστάσιο
το τρένο κυλάει έξω απ’ τ’ αμαξοστάσιο …

Το ‘χα κάποτε και το ΄χασα
το ‘χασα
ή το κοίταξα στα μάτια και το διάλεξα
το διάλεξα
Εδώ κάτω Κύριε,
κάτω από τις σκάλες
Εδώ ! κάτω Κύριε
είναι μια προσευχή
βαθιά από κάτω
απ όλες τις στρώσεις,
μάγκες
Αλύ Αλύ όξεν φρή
«βγες βγες όπου κι αν είσαι» (3)
έλα βρες με Κύριε
έλα! και βρες με

Ταξίδι
Μαντάρα
Ανεπάρκεια
Γκάφα
Απογοήτευση
«Πάρ’το λάθος»
Σκόνταψε
Χάσε τον στόχο
Μπλέξ’ τα
Λάθος δέντρο
Αμαρτάνοντας
Σβησμένη σκηνή στο σινεμά
Χυδαίο λάθος
Ερείπιο
«Πατάτα» (4)

Ελκυστικός (5)

Κράτησα τα μικρά της μάγουλα
κι ύστερα τα φίλησα
τα φίλησα
Τώρα είμαι φοβισμένος και μόνος
και τ’ αποθύμησα
τ’ αποθύμησα (6)
Ίσως τα πράγματα ν’ αλλάξουν
στο Σικάγο 

Σπίτι είναι ένα μέρος που λαμβάνεις γράμματα
αν μπορούν να σε βρουν… άκουσα,
γιατί, δεν μπορείς να στείλεις ένα γράμμα σ’ ένα πουλί
δεν μπορείς να στείλεις γράμμα
σ’ ένα πουλί

Σκεπή
Βεράντα
Σουβάδες (7)
Μαρκίζα
Αυλή
Παράθυρο
Πόρτες
Ταβάνι
Πάτωμα
Σκούπα κουζίνας (8)
Σαλόνι
Πάγκος
Σκρίνιο (9)

Γλύκα
Όνειρο
Προσευχήθηκα όταν διψούσα
και ο Θεός έστειλε την βροχή,
βρήκα μούρα στην άκρη του δρόμου
ποιος βρίσκει;
Πες μου σε ποιον
ο Θεός προσεύχεται άραγε ;
πρέπει να ναι μοναχική δουλειά
πρέπει να ναι μοναχική δουλειά

Ίσως να ‘μαστε όλοι μέλη
μιας ορχήστρας που με το ζόρι
χορδίζει και συντονίζεται
και τα περίεργα ίχνη μας
είναι τυχαίες κλίμακες μιας μουσικής
που ακόμη δεν έχει αρχίσει

Θεέ μακάρι εμείς όλοι
περιτριγυρισμένοι απ’ την καταιγίδα
αλλ’ ασφαλείς  από μια φωτιά
λαμπερή και ζεστή
να στείλουμε σε αυτούς που μένουν εκτεθειμένοι
καλή θέληση
κι ένα πολύ πιο πλατύ γείσο να κρατάει την δυνατή βροχή
απ’ το να τους «καρφώνει»

Άστεγος
Ξεδοντιάρης
Ασπόνδυλος
Χωρίς έλεος
Δαρμένος στο μποξ
και το μέτρημα είναι στο 9

Πότε θα ‘ρθει η ώρα να κερδίσω παιδιά ;
Πότε θα ‘ρθει η ώρα για το μερίδιό μου ; (10)

Βλέπεις, τα θυμάμαι όλα
Ότι υπάρχει ένας πάτος,
Ένας πάτος
τα θυμάμαι όλα
ότι υπάρχει ένας πάτος Κύριε
ω ναι, υπάρχει ένας πάτος στ’ αλήθεια,
Ναι , υπάρχει ένας πάτος
και μοιάζει ακριβώς με μένα,

Ο αχνός απ’ τον καφέ
η ανάδευση του φλιτζανιού
το κουτάλι που κάνει γύρους
λέει : «ξεκίνα  γρήγορα άλογο» (11)

Κάθε που και που
ο κόσμος απλά έχει νόημα.
Που και που ,
ο κόσμος
έχει νόημα
Μια μελωδία φτιάχνεται
με οκτώ τυχαίους τόνους (12)
Μια μαϊμού σε γραφομηχανή
συνθέτει ένα ποίημα
κι ένας άστεγος άντρας
μπαίνει σ ένα στοιχηματατζίδικο (13) , παίζει τα γενέθλια της μάνας του,
στο λόττο
και κερδίζει ένα εκατομμύριο
Κάθε που και που
ο κόσμος απλά,
έχει νόημα

Τ’ αμάξια περνούν σαν κεραυνοί
καθώς βγάζω έξω τον αντίχειρα μου
περιμένω απλά
την καλή μου τύχη να ‘ρθει

Είμαι άστεγος
αλλά κινούμαι
είμαι άστεγος αλλά κινούμαι

Ίσως να κυνηγήσω τον δρόμο
Ίσως να κυνηγήσω τον δρόμο
για κει που το χορτάρι είναι πράσινο
κι ο αχυρώνας κόκκινος
εκεί που ο αέρας κάνει τα δέντρα να μοιάζουν με κορίτσια που χορεύουν χούλα-χούπ
Ίσως κυνηγήσω τον δρόμο για κάτω
Ίσως κυνηγήσω τον δρόμο για κάτω (14)

Το σκυλί μου έμεινε μαζί μου
ακόμη και στους δρόμους του Μανχάταν
βλέπεις Fido σημαίνει πιστός
στα Λατινικά

Είμαι ο βασιλιάς σε κάτι
Ναι , στ’ αλήθεια
είμαι ο βασιλιάς του δρόμου
είμαι ο βασιλιάς των θάμνων
είμαι ο βασιλιάς της αλάνας
είμαι ο βασιλιάς της σκόνης
είμαι ο βασιλιάς της εξόδου
είμαι ο βασιλιάς του πεζοδρομίου
Βασιλιάς του πόνου
Είμαι η σκασμένη φούσκα
Η κορώνα μου
είναι το καπέλο μου
όταν έρχεται χαμός
είμαι ο βασιλιάς όλων αυτών



Όλα είναι αριθμημένα
όλα
υπάρχει μόνο ένα δεδομένο ποσοστό όλων
Γέλια
Ξυρίσματα
Γδαρμένα Γόνατα
Μωρά
Δάκρυα
Μπριζόλες
Τσιγάρα
Τραγούδια
Όλα
και ίσως στην κορυφή τ’ ουρανού
να βρεις τον πάτο ενός καραβιού
και μέσα του να είναι
ένας αξύριστος Θεός
που να κρατάει μια πυξίδα
μια γραμμή
και μια πλεύση
και ταλαντευόμενο από ένα χρυσό γάντζο
είναι ένα μπλε κόσμημα
αυτό
που ονειρεύτηκες
και το μπλε κόσμημα
είναι μόνο το γαλάζιο σου μάτι
που ανοιγοκλείνει κάτω από τα νυσταγμένα σου βλέφαρα
και μετά κάτω κάτω,
στην τρύπα του λαγού
κυλάς
και καταλήγεις να βουτάς στην θάλασσα
και ο ήλιος σηκώνεται
και είσαι μόνο επτά
και μετά σε τραβά μέσα στο πλοίο
κι αυτό είναι παράδεισος

Άφραγκος
Ρεμάλι
Κυλιόμενη πέτρα
Αλήτης
Περιπλανώμενος
Υποκείμενο
Νομάδας
Προσκυνητής
Έρμαιο
Ικέτης
Πλάνης
Γυρίζω γύρω γύρω
Εγώ

Η μύγα του Μάη ζει
μόνο μια μέρα
μόνο μια μέρα
μόνο μια μέρα
Έχω μόνο μια ζωή
εδώ, μέσα σ’ όλον αυτό το χρόνο
που ήταν εδώ πριν από μένα
κι όλο τον χρόνο που θ’ ακολουθήσει
όταν θα ‘χω φύγει
όταν συλλογίζομαι
την μύγα του Μάη  και πόσο καιρό θα μείνω

Μήπως όλοι στ αλήθεια δεν ζούμε μόνο
για μια μέρα ;
μήπως όλοι
στ’ αλήθεια
δεν ζούμε για μια μέρα; (15)

Μπαμπά γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι
κοιμούνται στην βροχή;
γιατί δεν πάνε σπίτι που ‘ναι ζεστά και στεγνά ;
Γιατί δεν πάνε
όλοι
σπίτι
που ‘ ναι στεγνά ; (16)


(1) στο πρωτότυπο “I guess some of us get the old maid”  πρόκειται για το πιο παλιό παιδικό παιγνίδι της Αμερικής με τράπουλα, όπου οι παίκτες καλούνται να κάνουν ζευγάρια με τα χαρτιά και αυτός που θα μείνει στο τέλος χωρίς ζευγάρι, χάνει, έχοντας στην ουσία την «γεροντοκόρη» για ζευγάρι. Επίσης η έκφραση χρησιμοποιείται και σ έναν τύπο χαρτοπαίγνιου της φυλακής, οπού ο ηττημένος είναι αυτός που τραβάει την ντάμα (old maid).Είναι προφανής η  διάθεση του Tom Waits να κάνει έναν παραλληλισμό του χαμένου, με την παιδική αθωότητα, αλλά και την σκληρότητα που πρέπει ν αποκτήσει κανείς λόγω αυτής της ίδιας της ήττας

 
(2)  στο πρωτότυπο “bootstraps of this song”  υπονοεί την θηλεία στο πάνω και πίσω μέρος της μεσαίου ύψους μπότας. Η έκφραση αποδίδεται στο διήγημα του Rudolf Erich RaspeThe Surprising Adventures of Baron Munchausen (Λονδίνο 1785) αλλά επίσης  συναντάται αυτούσια σε πολλά αμερικάνικα διηγήματα και παραδοσιακές ιστορίες της Αμερικής των αρχών του 19ου αιώνα  με την φράση : pull himself over the fence by hiss bootstraps
Εδώ ο Tom Waits θέλει φανερά να κάνει έναν παραλληλισμό με τους γοητευτικούς περιπλανώμενους αλήτες των μυθιστορημάτων αλλά και μια κρυφή νύξη προς τους βιογράφους του και τους δημοσιογράφους ,ίσως και τους οπαδούς, που γνωρίζουν καλά την τάση του να ανακατεύει αληθινά περιστατικά με φανταστικές ιστορίες όποτε μιλά προσωπικά   ( Baron Munchausen)

(3) στο πρωτότυπο “Ally Ally Oxen Free” η φράση αυτή ως παραλλαγή της Olly olly oxen free πρόκειται για φράση ενός παλιού παιδικού παιχνιδιού συναναστροφής που παίζεται σε διάφορα μέρη του κόσμου αλλά στην Αμερική ονομάζεται  “kick the can
Είναι ένα είδος κρυφτό που όταν κάποιος από αυτούς που κρύβονται κλωτσήσει την κονσέρβα που φυλά ο χαμένος παίκτης της προηγούμενης παρτίδας «ελευθερώνει» όλους τους άλλους που κρύβονται, φωνάζοντας την φράση «βγείτε βγείτε όπου κι αν είστε» υπονοώντας «είστε ελεύθεροι»

(4) blunder στο πρωτότυπο .Υπονοεί ένα ξαφνικό αντανακλαστικό λάθος που δεν μπορεί ν’ ανακληθεί .Πηγάζει από την έννοια  του σφάλματος στο σκάκι , αλλά αργότερα  πέρασε και σε παιχνίδι της φυλακής. Ο πιο κοντινός στην δική μας γλώσσα αντίστοιχος όρος, βρίσκεται στην έκφραση «έκανα πατάτα» ο οποίος αυτoμάτως υπονοεί και την μετάνοια που δεν μπορεί ν ανακληθεί κατ’ αντιστοιχία του νοήματος που θέλει να δώσει ο Waits.

(5) στο πρωτότυπο winning . Κατά λέξη σημαίνει κερδίζοντας όμως εδώ ο Waits την χρησιμοποιεί ειρωνικά και κατ’ ευφημισμόν δηλώνοντας ελκυστικότητα δανειζόμενος την λέξη   από την ταινία με αγώνες αυτοκινήτων Winning (1969 σκην James Goldstone πρωτ Paul Newman)  την οποία χρησιμοποιούσε ο βασικός χαρακτήρας του έργου όποτε ήθελε να δηλώσει πως ήταν ελκυστικός γιατι ήταν βολεμένος από άποψη οικονομικών και άλλων ανέσεων

(6) στο πρωτότυπο “I held her little cheeks and then I kissed them I kissed them now I m scared and alone and I missed them I missed them” επομένως η φράση που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «μου λείπουν , μου λείπουν» μεταφράστηκε ελεύθερα ως «τ’ αποθύμησα» για να διατηρηθεί η ρίμα του πρωτοτύπου που είναι απαραίτητη για τον ξαφνικό, σχεδόν μουσικό, λυρισμό του ποιήματος

(7) στο πρωτότυπο siding : είναι μια μορφή ξύλινης επένδυσης με τάβλες που έχουν τα σπίτια στις Νότιες κυρίως πολιτείες της Αμερικής η οποία αποσκοπεί σε εμφάνιση αλλά και πρόσθετη προστασία από το νερό της βροχής και την υγρασία. Επίσης υπάρχει για να χρωματίζεται. Όμοια χρησιμοποιούμε εμείς τον σουβά

(8) στο πρωτότυπο kitchen broom εννοεί την παλιά ψάθινη κοντή σκούπα που ήταν για να μαζεύονται τα ψίχουλα (περίσσευμα τροφής)

(9) στο πρωτότυπο screen : πρόκειται για το έπιπλο που έχει βιτρίνες στις οποίες εκτίθενται διάφορα είδη βολής, όπως το καλό σερβίτσιο (που σημαίνει ότι υπάρχουν κι άλλα ) κλπ

(10) στο πρωτότυπο “when am I going to get mine boys?  When am I going to get mine?”  εννοεί το μερτικό στην μοιρασιά μιας κλοπής η απάτης  δανεισμένο προφανώς από την αγαπημένη φράση του Long John Silver στο Treasure Island (1883) του Robert Louis Stevenson.Υπονοεί,το πότε η ζωή θα του δώσει ότι του ανήκει, κάποιο κέρδος δηλαδή.

(11) στο πρωτότυπο : “Giddyup Giddyup”  πρόκειται για φράση των πιονιέρων της άγριας Δύσης προς τ’ άλογά τους με σκοπό να ξεκινήσουν γρήγορα πηγάζει από τις φράσεις Get Ye Up  ή  Git Thee Up και συνοδεύονταν με χτύπημα από τα γκέμια ή/και το καμουτσίκι. Στην Αμερικάνικη επαρχία υπολείμματα της έκφρασης υπάρχουν έως σήμερα.

(12) στο πρωτότυπο  : “by eight random tones” εννοεί τις νότες τους τόνους και τα ημιτόνια με τα οποία φτιάχνεται μια μουσική κλίμακα

(13) στο πρωτότυπο 7-11 τα μαγαζιά αυτά είναι πολυκαταστήματα τα οποία ξεκίνησαν από το Dallas Texas και ονομάστηκαν έτσι λόγω του ότι λειτουργούσαν από τις 7 το πρωί έως τις 11 το βράδυ. Σήμερα ανήκουν σε Ιαπωνική αλυσίδα με το ίδιο όνομα και λειτουργούν ανάλογα με την πόλη στην οποία βρίσκονται. Στην Ελλάδα τα πολυκαταστήματα δε έχουν την δυνατότητα να δέχονται στοιχήματα Λόττο κλπ

(14) στο πρωτότυπο : “maybe I ll take the hound down”  λέξη που μεταφορικά δείχνει τον ενθουσιασμό για κάτι “ride to hounds” πηγάζει από το Αγγλικό κυνήγι της αλεπούς και τα κυνηγόσκυλα “Hound dogs”.Παράλληλα όμως ως ναυτικός όρος σημαίνει και βάρκα που βρίσκεται ανάμεσα σε παράλληλα σίδερα ή ράγες οπότε ίσως υπονοεί το να γίνει λαθρεπιβάτης σε τρένο, ενώ στις περιπέτειες του Huckleberry Finn, Mark Twain   (1884) εμφανίζεται η λέξη hound να εννοεί τον χωματόδρομο. Παράλληλα υπάρχουν και οι γραμμές του Grayhound Bus που οργώνουν την Αμερική με φθηνό εισιτήριο ,κάτι σαν τα ΚΤΕΛ .Προφανώς ο Tom Waits κάνει χρήση όλων αυτών υπονοώντας την κατεύθυνση , τον δρόμο, ενώ όταν χρησιμοποιεί την φράση  “maybe I ll take the hound down” θέλει να δηλώσει την φυγή στη επαρχία και τις Νότιες πολιτείες που λόγω καιρού η ζωή είναι πιο εύκολη αλλά και την πιθανότητα της αποδήμησης προς κάποιον παράδεισο της άλλης ζωής

(15) στο πρωτότυπο : “ don’t we all really only live for a day? Dont we all really only live for a day?” το οποίο σημαίνει αυτό που κυριολεκτικά λέει η φράση, το να ζούμε μόνο για μια μέρα, αλλά υπονοεί και το πιο αισιόδοξο «να ζούμε για χάρη μιας ιδεατής μέρας κατά την οποία όλα θα είναι τέλεια κι ακόμη δεν έχει έλθει»

(16) ως φήμη κυκλοφόρησε τ’ ότι η φράση αυτή ανήκει στο μικρότερο παιδί του Tom Waits